H Ελλάδα όλη ένα studio του Χολλυγουντ και τα Μέγαρα…κοιμούνται!

0
575

Αν και η ευρύτερη περιοχή των Μεγάρων έχει απίστευτες δυνατότητες για να προωθηθεί σε μεγάλες αμερικάνικες και ευρωπαϊκές παραγωγές, ωστόσο στον δήμο Μεγαρέων δεν προωθείται απολύτως τίποτα. Ο τόπος μας, απλά…κοιμάται ενώ στην Ελλάδα έρχεται κοσμογωνία μετά τον κορονοϊό! Πριν μερικά εικοσιτετράωρα έσκασε η είδηση ότι ο σκηνοθέτης της χολιγουντιανής κινηματογραφικής παραγωγής ζήτησε να χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο χώρος της πλατείας των Σπετσών και όχι απλά ένα μέρος της όπως είχε συμβεί πέρυσι στα γυρίσματα της ταινίας The Lost Daughter όπου το βασικό location ήταν το ιστορικό ξενοδοχείο Ποσειδώνιο. Έτσι η ελληνική εταιρία παραγωγής που συνδράμει στα γυρίσματα, έστειλε mail στον δήμο Σπετσών ζητώντας την παραχώρηση της πλατείας και το μόνο που απομένει τώρα είναι να αποσταλούν συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες χρήσης της πλατείας.

ΣΠΕΤΣΕΣ

 

Σημειώνεται ότι εκτός από τις Σπέτσες γυρίσματα της ταινίας θα γίνουν και στην ευρύτερη περιοχή του Πορτο Χελίου, όπου οι υπεύθυνοι της παραγωγής έχουν φροντίσει να κλείσουν πολυτελές ξενοδοχείο για το υπόλοιπο cast και όσους άλλους συμμετάσχουν στα γυρίσματα.

Η ταινία, που δανείζεται ουκ ολίγα στοιχεία από το ύφος και την ατμόσφαιρα που καλλιεργούσε η Άγκαθα Κρίστι, έχει σκηνοθετηθεί με μια πιο σύγχρονη οπτική από τον Ράιαν Τζόνσον. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του ντετέκτιβ-«λαγωνικού» βρίσκεται όπως αναφέραμε ο Ντάνιελ Κρεγκ

Screenshot_20210405_221550

 

Σύμφωνα με επίσημες πηγές, η συμφωνία που πρόκειται να συναφθεί ανάμεσα στους δύο κινηματογραφιστές και το Netflix ξεπερνάει τα 400 εκατομμύρια δολάρια και εκείνο που προκάλεσε όμως εντύπωση ήταν πως όλες σχεδόν οι πλατφόρμες «σφάχτηκαν» στα πόδια των δυο κινηματογραφιστών για να πάρουν τα δικαιώματα προβολής τα οποία διεκδικούσαν τόσο η Apple όσο και η Amazon.

Η αρχική προβολή της ταινίας εξασφαλίστηκε από την αμερικανική εταιρεία μέσων ενημέρωσης, Media Rights Capital που έκανε τη διανομή μέσα από την Lions Gate Films. Η πρώτη ταινία «Στα Μαχαίρια» κόστισε 40 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τα κέρδη της εκτινάχθηκαν στα 311 εκατομμύρια.